Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pedagógico
01
παιδαγωγικός
relativo a la enseñanza o a la educación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pedagógico
αρσενικό πληθυντικό
pedagógicos
θηλυκό ενικό
pedagógica
θηλυκό πληθυντικό
pedagógicas
θεματικό πεδίο
educación, enseñanza
Παραδείγματα
El enfoque pedagógico del curso es muy práctico.
Η παιδαγωγική προσέγγιση του μαθήματος είναι πολύ πρακτική.



























