Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suplementar
01
συμπληρώνω, προσθέτω
añadir o proporcionar algo adicional para completar o mejorar algo existente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suplemento
γ΄ ενικό πρόσωπο
suplementa
ενεστώτα μετοχή
suplementando
απλός αόριστος
suplementó
παθητική μετοχή
suplementado
Παραδείγματα
El estudio fue suplementado con ejemplos prácticos.
Η μελέτη συμπληρώθηκε με πρακτικά παραδείγματα.



























