suplementar
Pronunciation
/sˌuplemɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "suplementar"στα ισπανικά

suplementar
01

συμπληρώνω, προσθέτω

añadir o proporcionar algo adicional para completar o mejorar algo existente 
suplementar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suplemento
γ΄ ενικό πρόσωπο
suplementa
ενεστώτα μετοχή
suplementando
απλός αόριστος
suplementó
παθητική μετοχή
suplementado
Παραδείγματα
El profesor decidió suplementar el material del curso. 

Ο δάσκαλος αποφάσισε να συμπληρώσει το υλικό του μαθήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store