Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vitalidad
01
ζωτικότητα, ενέργεια
estado de energía, fuerza y capacidad de actividad física o mental
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Una buena dieta contribuye a la vitalidad.
Μια καλή διατροφή συμβάλλει στη ζωτικότητα.



























