la vitalidad
Pronunciation
/bˌitaliðˈad/

Ορισμός και σημασία του "vitalidad"στα ισπανικά

01

ζωτικότητα, ενέργεια

estado de energía, fuerza y capacidad de actividad física o mental
la vitalidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Una buena dieta contribuye a la vitalidad.
Μια καλή διατροφή συμβάλλει στη ζωτικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store