agudizar
Pronunciation
/ˌaɣuðiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "agudizar"στα ισπανικά

agudizar
01

επιδεινώνομαι, οξύνομαι

volverse más intenso o grave un síntoma, enfermedad o situación 
agudizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agudizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
agudiza
ενεστώτα μετοχή
agudizando
απλός αόριστος
agudizó
παθητική μετοχή
agudizado
Παραδείγματα
El dolor se agudizó durante la noche. 

Ο πόνος εντάθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store