Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agudizar
01
επιδεινώνομαι, οξύνομαι
volverse más intenso o grave un síntoma, enfermedad o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agudizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
agudiza
ενεστώτα μετοχή
agudizando
απλός αόριστος
agudizó
παθητική μετοχή
agudizado
Παραδείγματα
El problema se agudizó por la falta de tratamiento.
Το πρόβλημα επιδεινώθηκε λόγω έλλειψης θεραπείας.



























