agudizar
Pronunciation
/ˌaɣuðiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "agudizar"στα ισπανικά

agudizar
01

επιδεινώνομαι, οξύνομαι

volverse más intenso o grave un síntoma, enfermedad o situación
agudizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agudizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
agudiza
ενεστώτα μετοχή
agudizando
απλός αόριστος
agudizó
παθητική μετοχή
agudizado
Παραδείγματα
El problema se agudizó por la falta de tratamiento.
Το πρόβλημα επιδεινώθηκε λόγω έλλειψης θεραπείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store