radiológico
Pronunciation
/rˌaðjolˈɔxiko/

Ορισμός και σημασία του "radiológico"στα ισπανικά

radiológico
01

ραδιολογικός, ραδιολογική

relativo al uso de radiación para diagnóstico o tratamiento médico 
radiológico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
radiológico
αρσενικό πληθυντικό
radiológicos
θηλυκό ενικό
radiológica
θηλυκό πληθυντικό
radiológicas
Παραδείγματα
El examen radiológico mostró una fractura. 

Η ακτινολογική εξέταση έδειξε κάταγμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store