Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el otorrinolaringólogo
/ˌotɔrˌinolˌaɾiŋɡˈɔloɣo/
El otorrinolaringólogo
01
ωτορινολαρυγγολόγος, ΩΡΛ
médico especializado en el diagnóstico y tratamiento de enfermedades del oído, nariz y garganta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
otorrinolaringólogos
Παραδείγματα
El otorrinolaringólogo recomendó una cirugía menor.
Ο ωτορινολαρυγγολόγος συνέστησε μια μικρή χειρουργική επέμβαση.



























