Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taponar
01
ταμπονάρω, φράσσω
obstruir o comprimir una herida o vaso sanguíneo para detener una hemorragia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tapono
γ΄ ενικό πρόσωπο
tapona
ενεστώτα μετοχή
taponando
απλός αόριστος
taponó
παθητική μετοχή
taponado
Παραδείγματα
Tuvieron que taponar la cavidad nasal tras la cirugía.
Έπρεπε να ταμπονάρουν τη ρινική κοιλότητα μετά την επέμβαση.



























