la tapicería
ta
ta
ta
pi
pi
pi
cer
ˈθeɾi
theri
ía
a
a
autonomíafilosofíaetnologíageriatría

Ορισμός και σημασία του "tapicería"στα ισπανικά

01

ταπετσαριά, τέχνη της επικάλυψης επίπλων

arte u oficio de cubrir muebles con tela, cuero u otros materiales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La silla necesita un trabajo de tapicería. 

Η καρέκλα χρειάζεται εργασία επιπλοποιίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store