Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tapicería
01
ταπετσαριά, τέχνη της επικάλυψης επίπλων
arte u oficio de cubrir muebles con tela, cuero u otros materiales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La silla necesita un trabajo de tapicería.
Η καρέκλα χρειάζεται εργασία επιπλοποιίας.



























