amputar
Pronunciation
/ˌamputˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "amputar"στα ισπανικά

amputar
01

ακρωτηριάζω, κόβω

extirpar una extremidad o parte del cuerpo mediante cirugía 
amputar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amputo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amputa
ενεστώτα μετοχή
amputando
απλός αόριστος
amputó
παθητική μετοχή
amputado
Παραδείγματα
Fue necesario amputar la pierna tras el accidente. 

Ήταν απαραίτητο να ακρωτηριαστεί το πόδι μετά το ατύχημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store