Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amputar
01
ακρωτηριάζω, κόβω
extirpar una extremidad o parte del cuerpo mediante cirugía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amputo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amputa
ενεστώτα μετοχή
amputando
απλός αόριστος
amputó
παθητική μετοχή
amputado
Παραδείγματα
El paciente se recupera después de amputar la extremidad.
Ο ασθενής αναρρώνει μετά τον ακρωτηριασμό του άκρου.



























