parietal
Pronunciation
/pˌaɾjetˈal/

Ορισμός και σημασία του "parietal"στα ισπανικά

01

βρεγματικός, τοιχωματικός

relativo a la pared de una cavidad o al hueso parietal del cráneo
parietal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
parietal
αρσενικό πληθυντικό
parietales
θηλυκό ενικό
parietal
θηλυκό πληθυντικό
parietales
Παραδείγματα
La cirugía afectó la zona parietal derecha.
Η χειρουργική επέμβαση επηρέασε τη δεξιά βρεγματική περιοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store