Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parietal
01
βρεγματικός, τοιχωματικός
relativo a la pared de una cavidad o al hueso parietal del cráneo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
parietal
αρσενικό πληθυντικό
parietales
θηλυκό ενικό
parietal
θηλυκό πληθυντικό
parietales
Παραδείγματα
La cirugía afectó la zona parietal derecha.
Η χειρουργική επέμβαση επηρέασε τη δεξιά βρεγματική περιοχή.



























