parir
Pronunciation
/paɾˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "parir"στα ισπανικά

01

γεννάω, τοκετός

dar a luz una cría, especialmente en animales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pario
γ΄ ενικό πρόσωπο
pare
ενεστώτα μετοχή
pariendo
απλός αόριστος
parió
παθητική μετοχή
parido
Παραδείγματα
La perra parió sin complicaciones.
Η σκύλα γέννησε χωρίς επιπλοκές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store