minimizar
Pronunciation
/mˌinimiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "minimizar"στα ισπανικά

minimizar
01

ελαχιστοποιώ, μειώνω

reducir algo al menor grado o cantidad posible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
minimizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
minimiza
ενεστώτα μετοχή
minimizando
απλός αόριστος
minimizó
παθητική μετοχή
minimizado
Παραδείγματα
Debemos minimizar los errores en el proceso. 

Πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τα σφάλματα στη διαδικασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store