tangible
Pronunciation
/taŋxˈiβle/

Ορισμός και σημασία του "tangible"στα ισπανικά

01

απτός, συγκεκριμένος

que es real y concreto 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tangible
συγκριτικός βαθμός
más tangible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tangible
αρσενικό πληθυντικό
tangibles
θηλυκό ενικό
tangible
θηλυκό πληθυντικό
tangibles
Παραδείγματα
El éxito de la empresa es tangible. 

Η επιτυχία της εταιρείας είναι απτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store