Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tangible
01
απτός, συγκεκριμένος
que es real y concreto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tangible
συγκριτικός βαθμός
más tangible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tangible
αρσενικό πληθυντικό
tangibles
θηλυκό ενικό
tangible
θηλυκό πληθυντικό
tangibles
Παραδείγματα
El éxito de la empresa es tangible.
Η επιτυχία της εταιρείας είναι απτή.



























