la tolerancia
Pronunciation
/tˌolɛɾˈanθja/

Ορισμός και σημασία του "tolerancia"στα ισπανικά

01

ανοχή

respeto o aceptación hacia ideas, creencias o comportamientos diferentes  a  los propios 
la tolerancia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La tolerancia es esencial en una sociedad diversa. 

Η ανοχή είναι απαραίτητη σε μια ποικιλόμορφη κοινωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store