Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tolerancia
01
ανοχή
respeto o aceptación hacia ideas, creencias o comportamientos diferentes a los propios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La tolerancia es esencial en una sociedad diversa.
Η ανοχή είναι απαραίτητη σε μια ποικιλόμορφη κοινωνία.



























