Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tolerante
01
ανεκτικός
que respeta las opiniones, creencias o comportamientos de los demás, aunque sean diferentes a los suyos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tolerante
συγκριτικός βαθμός
más tolerante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tolerante
αρσενικό πληθυντικό
tolerantes
θηλυκό ενικό
tolerante
θηλυκό πληθυντικό
tolerantes
Παραδείγματα
Los buenos profesores son tolerantes con sus alumnos.
Οι καλοί δάσκαλοι είναι ανεκτικοί με τους μαθητές τους.



























