Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La minoría étnica
01
εθνοτική μειονότητα
grupo de personas que se diferencia del grupo mayoritario por su origen cultural, lingüístico o racial
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cultura de las minorías étnicas enriquece la sociedad.
Ο πολιτισμός των εθνοτικών μειονοτήτων εμπλουτίζει την κοινωνία.



























