Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La papeleta
01
ψηφοδέλτιο, εκλογικό δελτίο
hoja o documento utilizado para emitir un voto en una elección
Παραδείγματα
Doblé la papeleta antes de votar.
Δίπλωσα το ψηφοδέλτιο πριν ψηφίσω.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ψηφοδέλτιο, εκλογικό δελτίο