el papeleo
pa
pa
pa
pe
pe
pe
leo
ˈleo
leo
chequeobloqueotrineotrofeo

Ορισμός και σημασία του "papeleo"στα ισπανικά

01

γραφειοκρατία, διοικητικές διατυπώσεις

la gran cantidad de documentos y trámites administrativos necesarios 
el papeleo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Odio todo este papeleo burocrático. 

Μισώ όλη αυτή τη γραφειοκρατική χαρτούρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store