Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El papeleo
01
γραφειοκρατία, διοικητικές διατυπώσεις
la gran cantidad de documentos y trámites administrativos necesarios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El papeleo para la visa es interminable.
Η γραφειοκρατία για τη βίζα είναι ατελείωτη.



























