Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chocar contra
01
συγκρούομαι, χτυπάω
golpear o impactar violentamente contra algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
choco contra
γ΄ ενικό πρόσωπο
choca contra
ενεστώτα μετοχή
chocando contra
απλός αόριστος
chocó contra
παθητική μετοχή
chocado contra
Παραδείγματα
El avión chocó contra la pista al aterrizar.
Το αεροπλάνο συγκρούστηκε με τον διάδρομο προσγείωσης κατά την προσγείωση.



























