escalar
Pronunciation
/ˌeskalˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "escalar"στα ισπανικά

escalar
01

κάνω στάση σε λιμάνι, προσεγγίζω

hacer una parada en un puerto durante un viaje marítimo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escala
ενεστώτα μετοχή
escalando
απλός αόριστος
escaló
παθητική μετοχή
escalado
Παραδείγματα
El barco escaló en Lisboa antes de cruzar el Atlántico. 

Το πλοίο έκανε στάση στη Λισαβόνα πριν διασχίσει τον Ατλαντικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store