Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escalar
01
κάνω στάση σε λιμάνι, προσεγγίζω
hacer una parada en un puerto durante un viaje marítimo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
escalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escala
ενεστώτα μετοχή
escalando
απλός αόριστος
escaló
παθητική μετοχή
escalado
Παραδείγματα
La tripulación escaló para abastecerse de combustible.
Το πλήρωμα έκανε στάση για ανεφοδιασμό καυσίμων.



























