el escalador
es
es
εσ
ca
ka
κα
la
la
λα
dor
ˈðoɾ
δορ
escalfador

Ορισμός και σημασία του "escalador"στα ισπανικά

01

αναρριχητής

persona que sube montañas o paredes rocosas 
el escalador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escaladores
αρσενικό ενικό
escalador
θηλυκό ενικό
escaladora
neutral form
persona que escala
Παραδείγματα
El escalador llegó a la cima de la montaña. 

Ο αναρριχητής έφτασε στην κορυφή του βουνού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

escalador
escalade
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store