Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El amateur
01
ερασιτέχνης
persona que practica una actividad por afición y no de forma profesional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amateurs
Παραδείγματα
El equipo está formado por jugadores amateurs.
Η ομάδα αποτελείται από ερασιτέχνες παίκτες.



























