Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambiental
01
περιβαλλοντικός, οικολογικός
relacionado con el medio ambiente o la naturaleza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ambiental
αρσενικό πληθυντικό
ambientales
θηλυκό ενικό
ambiental
θηλυκό πληθυντικό
ambientales
Παραδείγματα
El cambio climático es un problema ambiental global.
Η κλιματική αλλαγή είναι ένα παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα.



























