Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inductiva
01
επαγωγικός
relativo al razonamiento que parte de observaciones particulares para llegar a conclusiones generales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inductivo
αρσενικό πληθυντικό
inductivos
θηλυκό ενικό
inductiva
θηλυκό πληθυντικό
inductivas
Παραδείγματα
El método inductivo es común en la ciencia.
Η επαγωγική μέθοδος είναι κοινή στην επιστήμη.



























