Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cognitivo
01
γνωστικός, νοητικός
relativo a los procesos mentales de conocimiento, percepción y aprendizaje
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cognitivo
αρσενικό πληθυντικό
cognitivos
θηλυκό ενικό
cognitiva
θηλυκό πληθυντικό
cognitivas
Παραδείγματα
El daño cognitivo afecta la memoria y el razonamiento.
Η γνωστική βλάβη επηρεάζει τη μνήμη και τη λογική.



























