cognitivo
Pronunciation
/kˌɔɡnitˈiβo/

Ορισμός και σημασία του "cognitivo"στα ισπανικά

01

γνωστικός, νοητικός

relativo a los procesos mentales de conocimiento, percepción y aprendizaje 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cognitivo
αρσενικό πληθυντικό
cognitivos
θηλυκό ενικό
cognitiva
θηλυκό πληθυντικό
cognitivas
θεματικό πεδίο
psicología, cognición
Παραδείγματα
El desarrollo cognitivo en la infancia es fundamental. 

Η γνωστική ανάπτυξη στην παιδική ηλικία είναι θεμελιώδης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store