Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autoevaluación
01
αυτοαξιολόγηση
evaluación que una persona realiza sobre su propio desempeño o habilidades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
autoevaluaciones
Παραδείγματα
La autoevaluación permite identificar errores.
Η αυτοαξιολόγηση επιτρέπει τον εντοπισμό λαθών.



























