Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el contrato indefinido
/kɔntɾˈato ˌindefinˈiðo/
El contrato indefinido
01
σύμβαση αορίστου χρόνου, μόνιμη σύμβαση
contrato laboral sin fecha de finalización establecida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contratos indefinidos



























