Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embridar
01
συγκρατώ, καταπνίγω
controlar o contener un impulso, emoción o comportamiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
embrido
γ΄ ενικό πρόσωπο
embrida
ενεστώτα μετοχή
embridando
απλός αόριστος
embridó
παθητική μετοχή
embridado



























