embridar
emb
ˌemb
emb
ri
ɾi
ri
dar
ˈðaɾ
dhar
embrujarembriagarembromar

Ορισμός και σημασία του "embridar"στα ισπανικά

embridar
01

συγκρατώ, καταπνίγω

controlar o contener un impulso, emoción o comportamiento 
embridar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
embrido
γ΄ ενικό πρόσωπο
embrida
ενεστώτα μετοχή
embridando
απλός αόριστος
embridó
παθητική μετοχή
embridado
Παραδείγματα
Tuvo que embridar su ira. 

Έπρεπε να συγκρατήσει τον θυμό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store