Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bioparque
01
βιοπάρκο
parque dedicado a la conservación de especies animales y vegetales en un entorno natural
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bioparques
Παραδείγματα
Trabaja como guía en un bioparque.
Εργάζεται ως ξεναγός σε ένα βιοπάρκο.



























