Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La biotecnología
01
βιοτεχνολογία
ciencia y tecnología que usan organismos vivos para producir bienes o servicios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Estudia biotecnología en la universidad.
Σπουδάζει βιοτεχνολογία στο πανεπιστήμιο.
LanGeek



























