Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El urbanismo
01
πολεοδομία
disciplina que estudia y organiza el desarrollo de las ciudades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Estudia urbanismo en la universidad.
Σπουδάζει πολεοδομία στο πανεπιστήμιο.
LanGeek



























