urbanizable
Pronunciation
/ˌuɾβaniθˈaβle/

Ορισμός και σημασία του "urbanizable"στα ισπανικά

urbanizable
01

οικοδομήσιμο, αξιοποιήσιμο

terreno que puede ser transformado legalmente para uso urbano y construcción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
urbanizable
αρσενικό πληθυντικό
urbanizables
θηλυκό ενικό
urbanizable
θηλυκό πληθυντικό
urbanizables
Παραδείγματα
No todo terreno rural es urbanizable.
Δεν είναι όλη η αγροτική γη οικοδομήσιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store