Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
urbanizable
01
οικοδομήσιμο, αξιοποιήσιμο
terreno que puede ser transformado legalmente para uso urbano y construcción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
urbanizable
αρσενικό πληθυντικό
urbanizables
θηλυκό ενικό
urbanizable
θηλυκό πληθυντικό
urbanizables
Παραδείγματα
El terreno es urbanizable según el plan municipal.
Το οικόπεδο είναι οικοδομήσιμο σύμφωνα με το δημοτικό σχέδιο.



























