Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tupido
01
πυκνός
que tiene mucha densidad o poca separación entre sus partes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tupido
συγκριτικός βαθμός
más tupido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tupido
αρσενικό πληθυντικό
tupidos
θηλυκό ενικό
tupida
θηλυκό πληθυντικό
tupidas
Παραδείγματα
El seto es tan tupido que no se ve a través.
Ο φράκτης είναι τόσο πυκνός που δεν φαίνεται μέσα από αυτόν.



























