Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La emotividad
01
συναισθηματικότητα, ευαισθησία
cualidad de reaccionar con intensidad emocional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Controla su emotividad en situaciones difíciles.
Ελέγχει τη συναισθηματικότητά της σε δύσκολες καταστάσεις.



























