Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empalagoso
01
υπερβολικά γλυκός, αηδιαστικός
que resulta demasiado dulce o pesado al gusto, causando sensación desagradable
Παραδείγματα
El aroma empalagoso de los dulces llenaba la habitación.
Η υπερβολικά γλυκιά μυρωδιά των γλυκών γέμισε το δωμάτιο.



























