Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sentimentalismo
01
συναισθηματισμός, συναισθηματολογία
tendencia a expresar o valorar en exceso los sentimientos de forma emocional
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Prefiere la lógica al sentimentalismo.



























