Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el curso de formación
/kˈuɾso ðe fˌɔɾmaθjˈɔn/
El curso de formación
01
σεμινάριο κατάρτισης
programa de aprendizaje para adquirir conocimientos o habilidades específicas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cursos de formación
Παραδείγματα
Inscribirse en un curso de formación mejora las oportunidades laborales.
Η εγγραφή σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα βελτιώνει τις ευκαιρίες απασχόλησης.



























