Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cutis
[gender: masculine]
01
χροιά, δέρμα του προσώπου
piel del rostro o cara
Παραδείγματα
La limpieza diaria es importante para un buen cutis.
Ο καθημερινός καθαρισμός είναι σημαντικός για καλό δέρμα.



























