Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El contrato fijo
01
σύμβαση αορίστου χρόνου
contrato de trabajo sin fecha de finalización establecida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contratos fijos
Παραδείγματα
Firmó un contrato fijo con buenas condiciones.
Υπέγραψε μόνιμη σύμβαση με καλούς όρους.



























