Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El textil
01
ύφασμα
material fabricado a partir de fibras naturales o sintéticas para la confección de tejidos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
textiles
Παραδείγματα
Exportan productos textiles a Europa.
Εξάγουν υφαντουργικά προϊόντα στην Ευρώπη.



























