Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El textil
01
ύφασμα
material fabricado a partir de fibras naturales o sintéticas para la confección de tejidos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
textiles
Παραδείγματα
La industria textil es importante en el país.
Η κλωστοϋφαντουργία είναι σημαντική στη χώρα.
LanGeek



























