Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ojota
01
σαγιονάρες
(Argentina) calzado ligero y abierto que se sujeta al pie con tiras
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Prefiere ojotas de goma.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σαγιονάρες