la ola
o
ˈo
o
la
la
la
holaaula

Ορισμός και σημασία του "ola"στα ισπανικά

01

κύμα

movimiento de agua que forma crestas y va hacia la orilla del mar o lago 
la ola definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
olas
Παραδείγματα
Las olas del mar son muy grandes hoy. 

Τα κύματα της θάλασσας είναι πολύ μεγάλα σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store