Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protestar
01
διαμαρτύρομαι
manifestar oposición o desacuerdo públicamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
protesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
protesta
ενεστώτα μετοχή
protestando
απλός αόριστος
protestó
παθητική μετοχή
protestado
Παραδείγματα
Protestaron contra la construcción del edificio.
Διαμαρτυρήθηκαν για την κατασκευή του κτιρίου.



























