Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protestar
01
διαμαρτύρομαι
manifestar oposición o desacuerdo públicamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
protesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
protesta
ενεστώτα μετοχή
protestando
απλός αόριστος
protestó
παθητική μετοχή
protestado
Παραδείγματα
Los ciudadanos protestaron contra la ley.
Οι πολίτες διαμαρτυρήθηκαν κατά του νόμου.



























