Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La visa
01
βίζα, άδεια εισόδου
documento oficial que permite la entrada temporal a un país
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
visas
Παραδείγματα
El tipo de visa determina la duración de la estancia.



























