Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
virulento
01
λοιμογόνος
que tiene gran capacidad de causar enfermedad o daño en el organismo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más virulento
συγκριτικός βαθμός
más virulento
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
virulento
αρσενικό πληθυντικό
virulentos
θηλυκό ενικό
virulenta
θηλυκό πληθυντικό
virulentas
Παραδείγματα
El patógeno virulento afecta el sistema respiratorio.
Το λοιμογόνο παθογόνο επηρεάζει το αναπνευστικό σύστημα.



























